Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Χαίρε Νύμφη Ανύμφεφτε

Από το ημερολόγιο του ιστιοφόρου Ελλάνη του φίλου μου Κάπταιν Μαριά..
Ενα υπέροχο ταξίδι.


Βγήκα από το πατρικό μου σπίτι στo Rockville των ΗΠΑ για να πάω στον Αγιο Σώστη, το λιμάνι που ήταν αγκυροβολημένο το σκάφος μου. Από το επάνω τετράγωνο  οι δρόμοι είχαν πλημμυρήσει νερά. Από μπροστά μου περνούσαν μικρά ιστιοπλοικά σκάφη, με δύο άτομα το καθένα, με γαλάζια παντελονάκια & ασπρογάλαζα μπλουζάκια. Ενα από τα σκαφάκια με πλησίασε στο πεζοδρόμιο & μου λέει ο ιστιοπλόος Ελα. Πήδησα στο σκαφάκι & μου είπε: Στάσου όρθιος στον επίτονο με τα πόδια δεξιά & αριστερά από την λαγουδέρα & κρατήσου γερά από τον επίτονο. Ο δρόμος μέχρι τον Αγ. Σώστη ήταν όλο νερό & όλα τα σκαφάκια πήγαιναν προς τα εκεί. Μόλις βγήκαμε στην πλατεία, χάθηκαν τα σπίτια από γύρω & ανοίχθηκε μιά μπλε θάλασσα με αέρα που όλο φρεσκάριζε (δυνάμωνε).
Τους ρώτησα που πάμε & μου είπαν θα δεις.
Απέραντο γαλάζιο ώσπου φάνηκε ένα πανέμορφο νησάκι με ένα καταπράσινο φυσικό λιμανάκι. Εκεί όλα τα σκάφη καμιά τριανταριά περίπου έδεσαν σε μώλους δεξιά & αριστερά με τάξη & κατέβηκαν οι ιστιοπλόοι με τα ασπρογάλαζα & εγώ. Μετά την αμμουδιά απλωνόταν μία καταπράσινη ομαλή πλαγιά όπου ήταν γεμάτη από ξύλινες καλύβες. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει & μέσα από τις καλύβες έβγαινε ένα φως. Δίπλα από την πλαγιά & τις καλύβες υψωνόταν ένας γκρίζος πύργος με πολύ
φαρδιά σκαλιά που δεξιά & αριστερά σε κάθε σκαλί ήταν στημένη από μιά μπλέ σκηνή & μέσα στις σκηνές ήταν άνθρωποι που κάτι περίμεναν. Οι ιστιοπλόοι με προσκάλεσαν στο καλύβι τους όπου ήρθαν άλλοι δύο από άλλο σκαφάκι. Το εσωτερικό της καλύβας ήταν κουκλίστικο δεξιά & αριστερά υπήρχαν δύο διπλά κρεββάτια το ένα πάνω στο άλλο. Στην μέση υπήρχε μιά στρογγυλή εστία πέτρινη η οποία έβγαζε μιά φλόγα. Επειδή δεν έβλεπα να υπάρχει κάτι που καίει τους ρώτησα τι καύσιμο χρησιμοποιούν. Μου απάντησαν ότι η φωτιά ανάβει μόνη της όταν σουρουπώνει καίει όλη την νύχτα & το πρωί σβήνει μόνη της. Δεν βγάζει καπνό ούτε έχει καμινάδα. Ζεσταίνει & φωτίζει & ξεπηδάει μέσα από τις πέτρες.
Στο βάθος υπήρχε μιά κουζίνα με νεροχύτη & πάγκο Δεξιά & αριστερά ράφια που είχαν τρόφιμα. Δεξιά υπήρχε στο βάθος ένα μπάνιο αποχωρητήριο. Γύρω στους τρείς τοίχους παράθυρα με γαλάζια κουρτινάκια. Γύρω από την φωτιά υπήρχαν σοφράδες με μαξιλάρια, όπου κάθονταν & έτρωγαν. Με προσκάλεσαν για φαγητό. Ο ένας έκοψε τις σαλάτες ο άλλος έφερε μιά κατσαρόλα & την έβαλε πάνω στην φωτιά ο άλλος έφερε δίπλα πιάτα & σερβίτσια & ο άλλος κάτι τακτοποιούσε στην κουζίνα. Σε λίγο τρώγαμε κάτι πολύ νόστιμο το οποίο δεν ξέρω τι ήταν. Στα ποτήρια είχαν ένα γαλάζιο ποτό πολύ νόστιμο που δεν ξέρω τι ήταν. Μιλούσαν & γελούσαν για τους ανέμους & την θάλασσα. Οταν τελείωσε το φαγητό μέσα σε χρόνο ρεκόρ & με απόλυτο συντονισμό μάζεψαν τα πάντα. Μου είπαν ότι έπρεπε να φύγω. Τους ζήτησα να μείνω επειδή είχε αρχίσε να νυχτώνει, να κοιμηθώ κάτω δίπλα στην φωτιά & έφευγα την άλλη μέρα. Αλλωστε ήταν τόσο όμορφα. Μου είπαν ότι για να μείνω πρέπει να πάρω άδεια από την Αρχόντισα του Πύργου. Με έστειλαν εκεί από ένα μονοπάτι με βότσαλα δίπλα στην θάλασσα. Καθώς ανέβαινα τα τεράστια σκαλιά παρατηρούσα τους ανθρώπους που περίμεναν στις σκηνές & αναρωτιόμουν τι έκαναν εκεί. Μια πανέμορφη μαυροφορεμένη νέα γυναίκα με σανδάλια εμφανίστηκε & με ρώτησε τι ζητούσα. Της εξήγησα & μου είπε να περιμένω εκεί να μην αναίβω άλλα σκαλιά μέχρι να ειδοποιήσει την Αρχόντισα Ηγουμένη. Περιμένοντας παρατήρησα ότι σε μιά σκηνή δεν υπήρχαν άνθρωποι & τα ράντζα ήταν κατουρημένα & μύριζαν. Σε λίγο εμφανίστηκε στο πάνω μέρος της σκάλας η πανέμορφη κοπέλα & μου είπε έλα ανέβα. Μια τεράστια ξύλινη πόρτα άνοιξε & η κοπελιά με προσκάλεσε μέσα κλείνοντας πίσω μου την πόρτα. Πατούσα σε ένα παχύ κόκκινο χαλί. Η κοπελιά με τα σανδάλια μου είπε να περιμένω εκεί & χάθηκε πίσω από μιά άλλη ξύλινη πόρτα. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε & εμφανίστηκε μιά πανέμορφη γυναίκα με αστραφτερό πρόσωπο ντυμένη στα μαύρα με μαντήλι στο κεφάλι μαύρο & πάνω στο μαντήλι φορούσε ένα χρυσό στέμα με ρουμπίνια & διαμάντια. Στις πλάτες της φορούσε μιά μακρυά μαύρη μπέρτα με κόκκινη από μέσα φόδρα. Χαμογέλασε & μου προκάλεσε μιά ανείπωτη γαλήνη. Γιατί ήρθες; Τι ζητάς; Ποιός σε κάλεσε; με ρώτησε. Τα παιδιά με τα ιστιοπλοικά της είπα με πήραν μαζί τους & με έφεραν εδώ. Επειδή νύχτωσε τους ζήτησα να μείνω απόψε εδώ & αύριο φεύγω αλλά μου είπαν ότι πρέπει να πάρω άδεια από εσάς.
Ναι θα φύγεις τώρα,  & θα πας στην έρημο να μάθεις πρώτα καλά ιστιοπλοία & μετά θα γυρίσεις, όταν θα είσαι έτοιμος.
Μα στην έρημο δεν έχει θάλασσα πως θα μάθω ιστιοπλοία, άλλωστε ξέρω,  & είναι νύχτα. Που θα πάω θα χαθώ. Αφήστε με να κοιμηθώ εδώ είδα μιά σκηνή με κατουρημένα, έστω εκεί, είναι τόσο όμορφα, & αύριο φεύγω. Που να πάω φοβάμαι.
Συνεχίζοντας να χαμογελάει με ήρεμο αλλά επιτακτικό ύφος μου είπε: Θα φύγεις τώρα, θα μάθεις ιστιοπλοία στην έρημο χωρίς νερό μέσα στην νύχτα & μην φοβάσαι δεν πρόκειται να σε πειράξει κανείς. Οταν θα είσαι έτοιμος εγώ θα σε βρω & τότε θα ξανάρθεις μόνιμα θα είσαι σε καλύβα με άλλους τρεις. Πήγαινε. Εφυγα & μπροστά από τον πύργο απλωνόταν μιά απέραντη σκοτεινή έρημος με άμμο. Προχώρησα μέχρι που χάθηκαν τα φώτα από το καταπράσινο νησάκι & έμεινα μόνος χωρίς να ξέρω που πηγαίνω. Εκεί τελείωσε αυτό το υπέροχο ταξίδι που έκανα πριν από 4-5 χρόνια. Με απόλυτο ειρμό & φοβερή μνήμη. Σαν κινηματογραφική ταινία.
Δεν θυμάμαι τι απέγινε μετά. Από τότε σε κάθε ταξίδι μου ψάχνω την άγνωστη ρότα για εκείνο το άγνωστο νησί.
Σ΄εκείνο το καταπράσινο νησάκι λοιπόν. Με τα πανέμορφα ξύλινα καλυβάκια.
Χαίρε Νύμφη Ανύμφεφτε.
Κάπταιν Μαριάς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου